Sunday, October 30, 2011

Η Ανικανότητα ισοδυναμεί με Προδοσία 1922 - 2011 .......

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ :

1. Πώς φτάσαμε στην Καταστροφή 

2. Το διακύβευμα του ‘22 (ή ανικανότητα ισοδυναμεί με προδοσία )

3. Ο Ίων Δραγούμης και οι νεοελληνικές αντινομίες 

4. Η γενοκτονία του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας

5. Ο Χεμινγουαίη για την ήττα στη Μικρά Ασία (kars1918.wordpress.com)

 

 

 

 

 

1. To διακύβευμα του ’22...... Ένα αφιέρωμα στην “Ελευθεροτυπία”


Πώς φτάσαμε στην Καταστροφή 


Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 υπήρξε το πραγματικό αλλά και συμβολικό τέλος μιας μεγάλης ιστορικής διαδικασίας, που συνδέθηκε με την οριστική είσοδο της Εγγύς Ανατολής στην εποχή των εθνών-κρατών.
Η αποχώρηση από το ιστορικό προσκήνιο της πολυεθνικής, ισλαμικής, προνεωτερικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν έγινε ειρηνικά και αναίμακτα. Συνδέθηκε κατ’ αρχάς με την κατάρρευση των εσωτερικών μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, εξαιτίας της εμφάνισης ενός καινοφανούς μιλιταριστικού εθνικιστικού κινήματος, αυτού των Νεότουρκων.
Οι Νεότουρκοι επιχείρησαν να επιλύσουν το εθνικό πρόβλημα με την εξόντωση και τον αποκλεισμό των πολυάνθρωπων χριστιανικών κοινοτήτων και να μετατρέψουν βιαίως τους πολυεθνοτικούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς σε εθνικά Τούρκους.

Καταστροφή της Φώκαιας (Ιούνιος 1914) Τις φωτογραφίες τις τράβηξε ο αρχαιολόγος Felix Sartaux, ο οποίος επόπτευε τις αρχαιολογικές ανασκαφές για την αρχαία Φώκαια. Η φωτογραφία με τον έφιππο τσέτη τραβήχτηκε ενώ είχαν βάλει φωτιά στην ελληνική συνοικία και ο κόσμος περίμενε με αγωνία τα πλοιάρια για να φύγει για Μυτιλήνη. Ο τσέτης κρατούσε τα λάφυρα που είχε πάρει από το ελληνικό σπίτι, μεταξύ αυτών και την ομπρέλα που είχε ανοίξει και περήφανα κρατούσε, τονίζοντας τη νίκη ενάντια στους γκιαούρηδες!!! Οι κάτοικοι θα επιστρέψουν στην πατρίδα τους μετά το τέλος του Α’ παγκοσμίου Πολέμου για να εκπατριστούν οριστικά το Σεπτέμβριο του ’22 (“Φώκαια 1913-1920: Η μαρτυρία του Φελίξ Σαρτιώ“, επιμέλεια: Χάρης Γιακουμής, Ριζάρειο Ίδρυμα, 2008).

    Η εσωτερική αυτή διαδικασία οδήγησε σε πρωτοφανείς μεθόδους ομογενοποίησης του κοινωνικού σώματος. Μεθόδους που η ανθρωπότητα θα τις συνειδητοποιήσει λίγες δεκαετίες αργότερα με την απόλυτη φρίκη του Ολοκαυτώματος. Ιστορικό σημείο αφετηρίας είναι το στρατιωτικό πραξικόπημα των Νεότουρκων εθνικιστών το 1908. Η επιλογή της φυσικής εξόντωσης των χριστιανικών ομάδων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προέρχεται από την προσπάθεια του στρατού να μειώσει την οικονομική ισχύ των «ραγιάδων» επιβάλλοντας τη βίαιη μεταφορά κεφαλαίου από τους χριστιανούς στους μουσουλμάνους, ώστε να κατασκευαστεί μια τουρκική αστική τάξη.
Η νέα οθωμανική αστική τάξη που είχε αναδυθεί στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα είχε προέλθει σε μεγάλο βαθμό από τις ομάδες των ραγιάδων, των παλιών απόκληρων ενός αυταρχικού ισλαμικού κράτους, που αποφάσισε όμως με τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ να εκσυγχρονιστεί και να υπερβεί τους παλιούς καταναγκασμούς που απέρρεαν από την ισλαμική υπεροψία.
Μια ώριμη ελληνική αστική τάξη
Οι Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πριν από το 1914 ήταν περί τα 2,2 εκατομμύρια (1,8 στη Μικρά Ασία και 400 χιλιάδες στην Ανατολική Θράκη με την Κωσταντινούπολη) σ’ ένα συνολικό πληθυσμό περίπου 10 εκατομμυρίων. Η οικονομική ισχύς τους ήταν μεγαλύτερη της πληθυσμιακής αναλογίας τους. Υπολογίζεται ότι το 50% του επενδυμένου κεφαλαίου στη βιομηχανία, καθώς και το 60% σε κλάδους μεταποίησης ανήκαν σε πολίτες που προέρχονταν από τις ελληνικές οθωμανικές κοινότητες. Το 1912 από τις 18.063 εμπορικές επιχειρήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε Ελληνες ανήκε το 46%, το 23% σε Αρμένιους, το 15% σε μουσουλμάνους.
Υπολογίζεται ότι το 1914 από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες, το 49% ανήκε σε Οθωμανούς Ελληνες, ενώ Ελληνες ήταν και το 46% των τραπεζιτών. Την ίδια χρονιά υπολογίζεται ότι Ελληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχιτεκτόνων, το 37% των μηχανικών και το 29% των δικηγόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (D. Gontikas, Ch. Issawi, Ottoman Greeks in the age of nationalism, Darwin Press, 1999). Παράλληλα διέθεταν μια πλήρη εκπαιδευτική δομή με εκατοντάδες σχολεία αλλά και υψηλού επιπέδου ιδρύματα, όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή (Κωνσταντινούπολη), η Ευαγγελική Σχολή (Σμύρνη), το Φροντιστήριο Τραπεζούντας, η Ιερατική Σχολή στο Ζιντζίντερε (Καππαδοκία) κ.ά.
Εντυπωσιακός είναι κι ο αριθμός των εφημερίδων που κυκλοφόρησαν. Μόνο στη Σμύρνη οι ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά που κυκλοφόρησαν κατά καιρούς ανέρχονται σε 135. Η μακροβιότερη ήταν η «Αμάλθεια» (1838-1922). Αλλες σημαντικές εφημερίδες, η «Αρμονία» (1880-1922) και η σοσιαλιστική «Ο Εργάτης»(1908-1922).
Σε ιδεολογικό επίπεδο οι Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χαρακτηρίζονται από μια ώριμη εθνική συνείδηση, απόρροια κυρίως του ρεύματος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, που από την προεπαναστατική περίοδο είχε τα μεγάλα κέντρα του στην Κωνσταντινούπολη, το Αϊβαλί, τη Σμύρνη κ.α. και της συνεχούς ύπαρξης λόγιας τάξης. Η συγκρότηση της Ελλάδας ως έθνους-κράτους ενίσχυσε τις διαδικασίες συνειδητοποίησης των Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την εμπέδωση μιας ελληνικής ταυτότητας ως μετεξέλιξη της παλαιότερης ρωμαίικης. Η διαδικασία αυτή όμως δεν υπήρξε απόρροια μιας κρατικής πολιτικής της Ελλάδας, αλλά αφενός της δραστηριοποίησης των Μικρασιατών (κυρίως με το Σύλλογο Μικρασιατών «Η Ανατολή») που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα από την εποχή της Επανάστασης και εντεύθεν και αφετέρου της φυσιολογικής ιδεολογικής εξέλιξης που απορρέει από την ανάπτυξη αστικών σχέσεων και την επέκταση της οικονομίας της αγοράς.
Παρ’ όλη όμως την εδραιωμένη εθνική ταυτότητα οι Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επέλεξαν να υποστηρίξουν με κάθε τρόπο τις μεταρρυθμιστικές διαδικασίες, αποφεύγοντας τις αποσχιστικές και διαλυτικές κινήσεις. Μόνο όταν η προοπτική της δημοκρατικής μετεξέλιξης ακυρώθηκε από το εθνικιστικό κίνημα των Νεότουρκων και υπέστησαν την προαποφασισμένη Γενοκτονία από το 1914, αποφάσισαν να υποστηρίξουν την πολιτική τους αυτοδιάθεση. Η αναγκαστική αυτή επιλογή θα εκφραστεί μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου με το αίτημα για δημιουργία δεύτερου ελληνικού κράτους στον μικρασιατικό Βορρά, στον Πόντο και με την Ενωση με την Ελλάδα ή την αυτονόμηση της Ιωνίας και της Ανατολικής Θράκης.
Η κατάσταση στην Ελλάδα
Την ίδια εποχή οι Ελληνες στην Ελλάδα ανέρχονταν στα 4,5 εκατομμύρια και ζούσαν σ’ έναν τελείως διαφορετικό χώρο από κοινωνική και πολιτειακή άποψη. Ο γεωγραφικός χώρος που αποτέλεσε το έδαφος του νεαρού Βασιλείου βρισκόταν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι παραγωγικές δυνάμεις ήταν ελάχιστα αναπτυγμένες όπως και οι υπόλοιπες δομές που ήταν απαραίτητες για τη λειτουργία ενός έθνους-κράτους. Οι πραγματικές δομικές αδυναμίες θα οδηγήσουν σε μια ιδεολογική «υπεραναπλήρωση» βασισμένη στην αρχαιοελληνική ανάκληση, στην αναβίωση ενός νεκρού παρελθόντος ως αντιστάθμισμα στην υπαρκτή πολιτισμική ταυτότητα των εξωελλαδικών ελληνικών κέντρων. Παράλληλα θα εδραιωθεί μέσω της αυτοαναγνώρισης η ιδεολογία της «μητρόπολης» ως συναίσθημα υπεροχής.
Ειδικά μετά την καθιέρωση του Συντάγματος τα ισχυρά από την προεπαναστατική εποχή τοπικά συμφέροντα των προεστών και των φεουδαρχών θα «καταλάβουν» την εξουσία στο Βασίλειο και θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός παλαιοελλαδικού τοπικισμού που στις κρίσιμες εποχές της Ιστορίας θα έχει μοιραία συμβολή στις εξελίξεις. Βασικό χαρακτηριστικό στην εξέλιξη της ελλαδικής κοινωνίας θα είναι η απουσία σημαντικών αστικών στρωμάτων. Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει σε υπερλειτουργία του κρατικού μηχανισμού, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ ελεύθερης αγοράς και κρατικής-κομματικής λειτουργίας. Η πολιτισμική ενοποίηση του πληθυσμού και η δημιουργία μηχανισμών λειτουργίας που αντιστοιχούσαν στη νέα πολιτειακή μορφή απορρόφησαν τις δραστηριότητες των νέων ελίτ, κρατικοδίαιτων σε μεγάλο βαθμό, που αναπτύχθηκαν.
Ετσι η μοναδική ελληνική αστική τάξη που είχε τα χαρακτηριστικά τα οποία αντιστοιχούσαν στην ευρωπαϊκή τυπολογία βρισκόταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η πολιτική που ακολουθήθηκε στο νεαρό κράτος ήταν αρκετά εσωστρεφής και αυτό είχε αντανάκλαση στην πολιτική διαχείριση των επαναστατικών ελληνικών κινημάτων στα Βαλκάνια (Κρήτη 1866, Μακεδονία 1878). Μόνο η εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού, που διεκδικούσε προς όφελός του τις μακεδονικές και θρακικές περιοχές της Αυτοκρατορίας, κινητοποίησε δυνάμεις εντός της Ελλάδας. Ο στόχος ήταν η αποτροπή του νέου αυτού επιθετικού εθνικισμού . Οσον αφορά τις οθωμανικές εξελίξεις η Ελλάδα, μέχρι σχεδόν του πραξικοπήματος των Νεοτούρκων (1908), ακολουθεί μια πολιτική που συμβαδίζει με τους στόχους των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Στο σημείο αυτό παρατηρείται μια τομή στα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα της Ελλάδας. Το στρατιωτικό κίνημα του 1909 (Γουδί) ευνόησε την άνοδο στην εξουσία των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων αναθέτοντας στον Ελ. Βενιζέλο τη διακυβέρνηση της χώρας. Ο Βενιζέλος, προερχόμενος από την επαναστατημένη λίγο καιρό πριν Κρήτη, αντιλαμβάνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια την ιστορική καμπή που διάβαινε ο χώρος της Εγγύς Ανατολής με τη νίκη των ακραίων Τούρκων εθνικιστών και την ήττα των μεταρρυθμιστικών οθωμανικών δυνάμεων.
Αφορμή για την τελική ρήξη του παλαιοελλαδικού πολιτικού κόσμου, συσπειρωμένου γύρω από τη μοναρχία και τον Κωνσταντίνο, με τον Ελ. Βενιζέλο θα προέλθει με την έξοδο ή όχι της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ηδη, πριν ακόμα από την έναρξη του Πολέμου, οι Νεότουρκοι είχαν αρχίσει την υλοποίηση του προγράμματος εθνικών εκκαθαρίσεων κατά του ελληνικού πληθυσμού στην Ανατολική Θράκη και την Ιωνία. Δεκάδες χιλιάδες Ελληνες από την Οθωμανική Αυτοκρατορία θα καταφύγουν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα, η οποία βιώνει έναν μεγάλης έκτασης εσωτερικό διχασμό.
Μετά το τέλος του Πολέμου
Επειτα από πολλές παλινωδίες και περιπέτειες, η Ελλάδα θα πάρει μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ και τελικά θα βρεθεί στο στρατόπεδο των νικητών. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι Νεότουρκοι είχαν διαπράξει πρωτοφανή εγκλήματα κατά των χριστιανικών πληθυσμών, των Αρμενίων, των Ελλήνων και των Ασσυρίων. Η πολυεθνική Αυτοκρατορία είχε φτάσει πια στο τέλος της. Διαμορφωνόταν πλέον η εποχή των εθνών-κρατών, με βάση πληθυσμιακά, ιστορικά και γεωπολιτικά κριτήρια. Στους Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που προ του 1914 ανέρχονται στο 20% του πληθυσμού, θα αποδοθεί με τη Συνθήκη των Σεβρών το 6% του παλιού οθωμανικού εδάφους, ενώ θα εξαιρεθούν περιοχές του μικρασιατικού Βορρά που είχαν υποφέρει σκληρά από τη βία του νεοτουρκικού εθνικισμού. Οι Αρμένιοι αποκτούσαν και αυτοί εθνικό κράτος, ενώ αυτονομία θα απολάμβαναν και οι Κούρδοι.
Το μεγαλύτερο μέρος του παλιού κοινού οθωμανικού σπιτιού μετατρεπόταν πλέον στο έθνος-κράτος των Τούρκων. Οι παράμετροι που θα αλλάξουν τον ρουν των πραγμάτων θα είναι αφενός ο Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος θα εκφράσει τον επιθετικό τουρκικό εθνικισμό, και η μοναρχική παράταξη η οποία θα υπονομεύσει το μικρασιατικό εγχείρημα. Παράλληλα η αλλαγή των διεθνών συνθηκών με την επικράτηση των μπολσεβίκων στη Ρωσία θα αναπροσδιορίσει τις προτεραιότητες των μεγάλων δυνάμεων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να προστεθεί η στάση της Γαλλίας, της Ιταλίας αλλά και του Βατικανού ακόμα που ανησυχούσαν με τη γεωπολιτική ενίσχυση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στις 19 Μαΐου 1919 ο αξιωματικός του οθωμανικού στρατού Κεμάλ Πασά αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα με το πρόσχημα της επιβολής της τάξης στην περιοχή. Παρ’ ότι στάλθηκε στην περιοχή για να προστατεύσει τους πληθυσμούς που είχαν υποφέρει από τη βία, κύριο μέλημά του υπήρξε η καταστολή του ποντιακού αντάρτικου. Ο Κεμάλ σύντομα αυτονομήθηκε από την κεντρική οθωμανική εξουσία και άρχισε τη συγκρότηση ενός εθνικιστικού τουρκικού κινήματος, εκμεταλλευόμενος πολύ έξυπνα τα θρησκευτικά αισθήματα των μουσουλμανικών εθνών. Οι παρακρατικές ομάδες της Teskilat i Mahsusa θα πλαισιώσουν πρώτες το κίνημα αυτό και θα αγωνιστούν για τη σωτηρία τους αφενός και για την υλοποίηση των αρχικών σχεδίων που είχαν σταματήσει με τη νεοτουρκική ήττα αφετέρου.
Οι εσωτερικές αντινομίες του ελλαδικού Ελληνισμού θα οδηγήσουν σε μια ήττα, η οποία καθόλου δεν ήταν προδιαγεγραμμένη.
Η ακατανόητη απόφαση του Ελευθερίου Βενιζέλου να προχωρήσει στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 θα φέρει στην εξουσία το αντιπολεμικό και αντιμικρασιατικό, φιλογερμανικό Λαϊκό Κόμμα και τον ανεπιθύμητο για τους συμμάχους βασιλιά Κωνσταντίνο. Το μέλλον των Ελλήνων στην Ανατολή το ήξεραν καλύτερα οι ίδιοι οι Τούρκοι εθνικιστές. Η επίσημη εφημερίδα του Κεμάλ στην Αγκυρα έγραφε στις 28 Οκτωβρίου 1920 για τις επερχόμενες ελληνικές εκλογές:«Οι ελληνικές εκλογές θα κρίνουν την τύχη του μικρασιατικού πολέμου. Πτώση του Βενιζέλου σημαίνει και πτώση της Ελλάδας στη Μικρά Ασία…», ενώ στις διαδηλώσεις των Τούρκων εθνικιστών στην Αγκυρα κυριαρχούσε το σύνθημα:«Μπιν γιασασίν Μουσταφά Κεμάλ / Γιασασίν Κωνσταντίνος / Καχρολσούν Βενιζέλος» («Πολύ ζήτω στον Μουσταφά Κεμάλ / Ζήτω στον Κωνσταντίνο / Κατάρα στον Βενιζέλο»).
Η νέα κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος, που συνεργάστησε προεκλογικά σε μια αντιπολεμική, αντιμικρασιατική πλατφόρμα με το ΣΕΚΕ, είχε πολιτευτεί με συνθήματα όπως «Μικρά πλην έντιμος Ελλάς», «Αποχώρηση της Ελλάδας από τη Μικρά Ασία». Στη συνέχεια θα ακολουθήσει μια διετή πολιτική (Νοέμβριος 1920-Σεπτέμβριος 1922) που θα χαρακτηριστεί από προσπάθεια διαρκούς αλλά ανεπιτυχούς απαγκίστρωσης από τη Μικρά Ασία και ανορθολογισμό. Τελικά, αντί να οδηγήσει τους στρατιώτες στα σπίτια τους, θα τους οδηγήσει πέρα από την Αλμυρά Ερημο.
Την ίδια στιγμή δεν υπήρχε καμιά μέριμνα για οργάνωση του μετώπου περιμετρικά της Σμύρνης.
Παράλληλα θα αγνοήσει τα αιτήματα των Ελλήνων της Ανατολής. Θα απορρίψει το αίτημα της οργάνωσης «Μικρασιατική Αμυνα» για δημιουργία μικρασιατικού στρατού με στόχο την αυτονόμηση της Ιωνίας. Επίσης αγνόησε ολοκληρωτικά τον Πόντο, όπου οι αντάρτες έδιναν εγκαταλειμμένοι τον σκληρό αγώνα ενάντια στον τουρκικό στρατό. Τον Ιούλιο του 1922 προσπάθησε ανεπιτυχώς να οργανώσει την εκκένωση της Μικράς Ασίας από τον ελληνικό στρατό. Με την προοπτική αυτή νομοθέτησε (2870/1922) την απαγόρευση της εκκένωσης της περιοχής από τον άμαχο πληθυσμό. Ετσι παρέδιδε συνειδητά τους Ελληνες της Ιωνίας στα στρατεύματα του Μουσταφά Κεμάλ. Κάτι που έκανε και λίγο αργότερα, μετά τη νίκη των κεμαλικών, όταν διέταζε τον διαλυμένο ελληνικό στρατό να επιβιβαστεί στα πλοία για να αναχωρήσει και να επιστρέψει «οίκαδε», διατάζοντας τον αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη να απαγορεύσει την έξοδο του ελληνικού πληθυσμού«για να μη δημιουργηθεί προσφυγικό πρόβλημα στην Ελλάδα».
Από τα 2,2 εκατομμύρια που ήταν οι Ελληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, θα καταμετρηθούν το 1928 ως πρόσφυγες στην Ελλάδα περίπου 1,25 εκατομμύρια. Κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει με ακρίβεια τον συνολικό αριθμό των απωλειών. Κανείς ποτέ στην Ελλάδα δεν προσπάθησε να καταγράψει τα θύματα. Εξάλλου η προσφυγική μνήμη υπήρξε μια απαγορευμένη Μνήμη μέχρι τη δεκαετία του ’80, οπότε οι προσφυγικές οργανώσεις, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που έδιναν οι νέες συνθήκες, θα μιλήσουν για όλα αυτά και θα επιβάλουν εν τέλει την ενσωμάτωση της ιστορίας των Ελλήνων της Ανατολής στο συνολικό εθνικό αφήγημα. *
——————————————————–
Σε προδημοσίευση ενος τμήματος του παραπάνω κειμένου στο Διπλωματικό Περισκόπιο, είχα προσθέσει το παρακάτω καταληκτικό κείμενο:
 ……………………………..
Εν κατακλείδι
Η Γενοκτονία που υπέστησαν οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η αποτυχία της Ελλάδας να επιβάλλει τη Συνθήκη των Σεβρών στο τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, οδήγησαν στην οριστική γεωπολιτική υποβάθμιση, στην απώλεια του πλήρους ελέγχου του Αιγαίου, στη μείωση του ελληνικού ρόλου στην Ανατολική Μεσόγειο και πάνω απ’ όλα, στην  διαιώνιση μιας προβληματικής δομής που χαρακτηριζόταν -από της ιδρύσεως του ελληνικού κράτους- από την έλλειψη σύγχρονων αστικών στρωμάτων και την πλήρη διαπλοκή των κατά καιρούς δημιουργούμενων ελίτ με το κράτος.
Αναλογιζόμενοι 89 χρόνια μετά την ελληνική αποτυχία  στο νου έρχεται η ρήση του Λόιδ Τζορτζ, όταν η Ελλάδα φάνταζε ως η μελλοντική μεγάλη δύναμη στην Αν. Μεσόγειο: ««Τίποτα λιγότερο της προδοσίας από την ελληνική πλευρά ή ανικανότητας που ισοδυναμεί με προδοσία, δεν θα ήταν δυνατόν να καταστήσει τους Τούρκους της Ανατολίας ικανούς να επιδράμουν στη Σμύρνη και να ρίξουν τους Έλληνες στη θάλασσα».
 Όπως και η διαπίστωση του ιστορικού Douglas Dakin : «…Ακόμα και σήμερα δεν έχει σιγάσει η διαμάχη γύρω από το ζήτημα γιατί οι ελληνικές δυνάμεις που υπερτερούσαν αριθμητικά και δεν ήταν πολύ χειρότερα εξοπλισμένες από τα στρατεύματα του Κεμάλ, οδηγήθηκαν σ’ αυτή την καταστρoφική ήττα.» ( “H ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923”, εκδ. ΜΙΕΤ)
 ——————————————————–
Τα υπόλοιπα κείμενα του αφιερώματος είναι:

Ο Χέμινγουεϊ για την πολιτική των μοναρχικών στη Μικρά Ασία
Η ολοκλήρωση της Γενοκτονίας
Η αντιμετώπιση των προσφύγων στην Ελλάδα
Βαλκάνιοι εθνικιστές κατά Μικρασιατών σοσιαλιστών
Η ιστορία της Αγγελικής Ματθαίου (*)

To διακύβευμα του ’22. Ένα αφιέρωμα στην “Ελευθεροτυπία”

Με τον τίτλο: “Πώς φτάσαμε στην Καταστροφή. Η Σμύρνη φλέγεται 14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1922” η “Ελευθεροτυπία” του Σαββάτου (17 Σεπτεμβρίου 2011) φιλοξένησε ένα 4-σέλιδο επετειακό αφιέρωμα…


2. Το διακύβευμα του ‘22 (ή ανικανότητα ισοδυναμεί με προδοσία )

 Συντάκτης: Βλάσης Αγτζίδης, Ιστορικός
 


Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 υπήρξε το πραγματικό αλλά και συμβολικό σημείο του τέρματος μιας μεγάλης ιστορικής διαδικασίας, που συνδέθηκε με την οριστική είσοδο της Εγγύς Ανατολής στην εποχή των εθνών-κρατών. Η αποχώρηση από το ιστορικό προσκήνιο  της πολυεθνικής, ισλαμικής, προνεωτερικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν έγινε ειρηνικά και αναίμακτα. Συνδέθηκε κατ’ αρχάς με την κατάρρευση των εσωτερικών μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, εξαιτίας της εμφάνισης ενός καινοφανούς μιλιταριστικού εθνικού κινήματος, αυτό των Νεότουρκων. Κίνημα, που επιχείρησε να επιλύσει το εθνικό πρόβλημα, που ταλάνιζε την Αυτοκρατορία, με την εξόντωση και τον αποκλεισμό των πολυάνθρωπων χριστιανικών κοινοτήτων και να μετατρέψει βιαίως τους πολυεθνοτικούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς σε εθνικά Τούρκους.

Η εσωτερική αυτή διαδικασία εξέφρασε μια πολιτική επιλογή και οδήγησε σε πρωτοφανείς μεθόδους ομογενοποίησης του οθωμανικού κοινωνικού σώματος. Μεθόδους που η ανθρωπότητα θα τις συνειδητοποιήσει λίγες δεκαετίες αργότερα, με την απόλυτη φρίκη του Ολοκαυτώματος. Με ιστορικό σημείο αφετηρίας της διαδικασίας το 1908 και το στρατιωτικό πραξικόπημα των Νεότουρκων εθνικιστών θα επιλεγεί η φυσική εξόντωση των χριστιανικών ομάδων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι αιτίες ανιχνεύονται στην κοινωνική δομή της οθωμανικής κοινωνίας. Η νέα οθωμανική αστική τάξη που αναδύθηκε στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα προήλθε σε μεγάλο βαθμό από τις ομάδες των ραγιάδων, των παλιών απόκληρων ενός αυταρχικού ισλαμικού κράτους που αποφάσισε όμως με τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ να εκσυχρονιστεί και να υπερβεί τους παλιούς καταναγκασμούς που απέρρεαν από την ισλαμική υπεροψία.
Μια ώριμη ελληνική αστική τάξη
Οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πριν το 1914 φαίνεται ότι ήταν περί τα  2.2 εκατομμύρια (1.8 στη Μικρά Ασία και 400 χιλιάδες στην Ανατολική Θράκη με την Κωσταντινούπολη) σ’ ένα συνολικό πληθυσμό 10 περίπου εκατομμυρίων. Η οικονομική τους ισχύ ήταν μεγαλύτερη της πληθυσμιακής τους αναλογίας. Υπολογίζεται ότι το 50% του επενδεδυμένου κεφαλαίου στη βιομηχανία, καθώς και το 60% σε κλάδους μεταποίησης ανήκαν σε πολίτες που προέρχονταν από τις ελληνικές οθωμανικές κοινότητες. Το 1912, από τις 18.063 εμπορικές επιχειρήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε Έλληνες ανήκε το 46%, το 23% σε Αρμένιους, το 15% σε μουσουλμάνους.
Υπολογίζεται ότι το 1914 από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες, το 49%  ανήκε σε  Οθωμανούς Έλληνες, ενώ Έλληνες ήταν και το 46% των τραπεζιτών. Την ίδια χρονιά, υπολογίζεται ότι Έλληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχιτεκτόνων  το 37% των μηχανικών και το 29% των δικηγόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. (D. Gontikas, Ch. Issawi, Ottoman Greeks in the age of nationalism, Darwin Press, 1999). Παράλληλα διέθεταν μια πλήρη εκπαιδευτική δομή με εκατοντάδες σχολεία αλλά και υψηλού επιπέδου ιδρύματα,  όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή (Κωσταντινούπολη), η Ευαγγελική Σχολή (Σμύρνη), το Φροντιστήριο Τραπεζούντας, την Ιερατική Σχολή στο Ζιντζίντερε (Καππαδοκία) κ.ά. Εντυπωσιακός είναι κι ο αριθμός των εφημερίδων που κυκλοφόρησαν. Μόνο στη Σμύρνη, οι ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά που κυκλοφόρησαν κατά καιρούς ανέρχονται σε 135. Η μακροβιότερη ήταν η «Αμάλθεια» (1838-1922). Άλλες σημαντικές εφημερίδες η «Αρμονία» (1880-1922) και η σοσιαλιστική «Ο Εργάτης» (1908-1922).
Σε ιδεολογικό επίπεδο οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χαρακτηρίζονται από μια ώριμη εθνική συνείδηση, απόρροια κυρίως του ρεύματος του νεοελληνικού διαφωτισμού που από την προεπαναστατική περίοδο είχε τα μεγάλα του κέντρα στην Κωσταντινούπολη, το Αϊβαλί, τη Σμύρνη κ.ά. και της συνεχούς ύπαρξης λόγιας τάξης. Η συγκρότηση της Ελλάδα ως έθνους-κράτους ενίσχυσε τις διαδικασίες συνειδητοποίησης των Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την εμπέδωση μιας ελληνικής ταυτότητας ως μετεξέλιξη της παλαιότερης ρωμαίικης. Η διαδικασία αυτή όμως δεν υπήρξε απόρροια μιας κρατικής πολιτικής της Ελλάδας, αλλά αφενός της δραστηριοποίησης των Μικρασιατών (κυρίως με το «Σύλλογος Μικρασιατών ‘Η Ανατολή΄) που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα από την εποχή της Επανάστασης και εντεύθεν και αφετέρου της φυσιολογικής ιδεολογικής εξέλιξης που απορρέει από την ανάπτυξη αστικών σχέσεων και την επέκταση της οικονομίας της αγοράς.
Παρόλη όμως την εδραιωμένη εθνική ταυτότητα, οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επέλεξαν να υποστηρίξουν με κάθε τρόπο τις μεταρρυθμιστικές διαδικασίες, αποφεύγοντας τις αποσχιστικές και διαλυτικές κινήσεις. Μόνο όταν η προοπτική της δημοκρατικής μετεξέλιξης ακυρώθηκε από το εθνικιστικό κίνημα των Νεότουρκων και υπέστησαν την προαποφασισμένη Γενοκτονία από το 1914, αποφάσισαν να υποστηρίξουν την πολιτική τους αυτοδιάθεση. Η αναγκαστική αυτή επιλογή θα εκφραστεί μετά το τέλος του Α’ παγκοσμίου Πολέμου με το αίτημα για δημιουργία δεύτερου ελληνικού κράτους στο μικρασιατικό Βορρά, στον Πόντο και με την Ένωση με την Ελλάδα, ή την αυτονόμηση, της Ιωνίας και της Ανατολικής Θράκης.

Εν κατακλείδι:

Η Γενοκτονία που υπέστησαν οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η αποτυχία της Ελλάδας να επιβάλλει τη Συνθήκη των Σεβρών στο τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, οδήγησαν στην οριστική γεωπολιτική υποβάθμιση, στην απώλεια του πλήρους ελέγχου του Αιγαίου, στη μείωση του ελληνικού ρόλου στην Ανατολική Μεσόγειο και πάνω απ’ όλα, στην  διαιώνιση μιας προβληματικής δομής που χαρακτηριζόταν -από της ιδρύσεως του ελληνικού κράτους- από την έλλειψη σύγχρονων αστικών στρωμάτων και την πλήρη διαπλοκή των κατά καιρούς δημιουργούμενων ελίτ με το κράτος.
Αναλογιζόμενοι 89 χρόνια μετά την ελληνική αποτυχία  στο νου έρχεται η ρήση του Λόιδ Τζορτζ, όταν η Ελλάδα φάνταζε ως η μελλοντική μεγάλη δύναμη στην Αν. Μεσόγειο: «Τίποτα λιγότερο της προδοσίας από την ελληνική πλευρά ή ανικανότητας που ισοδυναμεί με προδοσία, δεν θα ήταν δυνατόν να καταστήσει τυς Τούρκους της Ανατολίας ικανούς να επιδράμουν στη Σμύρνη και να ρίξουν τους Έλληνες στη θάλασσα».

Όπως και η διαπίστωση του ιστορικού Douglas Dakin : «…Ακόμα και σήμερα δεν έχει σιγάσει η διαμάχη γύρω από το ζήτημα γιατί οι ελληνικές δυνάμεις που υπερτερούσαν αριθμητικά και δεν ήταν πολύ χειρότερα εξοπλισμένες από τα στρατεύματα του Κεμάλ, οδηγήθηκαν σ’ αυτή την καταστρoφική ήττα.» ( “H ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923”, εκδ. ΜΙΕΤ)



3. Ο Ίων Δραγούμης και οι νεοελληνικές αντινομίες





ΑΝΤΙΝΟΜΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΙ  ΣΤΟ ΒΩΜΟ ΤΗΣ “ΜΙΚΡΑΣ ΠΛΗΝ ΕΝΤΙΜΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ”


Ο Δραγούμης μπορεί να θεωρηθεί ως μια από τις ενδιαφέρουσες φυσιογνωμίες του βαλκανικού ελληνισμού. Όχι τόσο γιατί κατενόησε την ιστορική εποχή στην οποία ζούσε. Ούτε γιατί πρόσφερε κάτι στη θετική αντιμετώπιση των πρωτοφανών προκλήσεων και στην ευτυχή έκβαση των μεγάλων συγκρούσεων. Αλλά γιατί προσπάθησε στο μέτρο των δυνατοτήτων του να συγκροτήσει ένα ουτοπικό σύστημα επιβίωσης του ελληνισμού σε μια ιδιαιτέρως κρίσιμη εποχή ριζικού, ολοκληρωτικού μετασχηματισμού της ευρύτερης περιοχής μας.[1]


Ανεξάρτητα απ’ το γεγονός ότι το σχήμα που φαντάστηκε ο Δραγούμης -και πάλεψε πολιτικά με δραματικές συνέπειες για την υλοποίησή του- δεν αντιστοιχούσε στις ανάγκες της εποχής, αλλά αντιθέτως υπονόμευε τη θετική αντιμετώπιση, εν τούτοις συνέβαλε στο να διακρίνουν σήμερα οι μελετητές τις τότε αντιφάσεις και υστερήσεις του ελληνικού κόσμου.

Στο πρόσωπό του, όπως και στο πρόσωπο του Παντελή Πουλιόπουλου –που πρωτοστάτησε στη δημιουργία των αντιπολεμικών πυρήνων στο μικρασιατικό μέτωπο- αποτυπώνονται με τη μεγαλύτερη δυνατή διαύγεια τα αγεφύρωτα συμφέροντα των ηγετικών ομάδων του βαλκανικού ελληνισμού με τους Έλληνες της Ανατολής, καθώς και οι γιγάντιες διαφορές που υπήρξαν τότε μεταξύ Βαλκάνιων Ελλήνων διανοουμένων και Μικρασιατών, κυρίως Ιώνων και Ποντίων.[2]
Η εποχή του Ίωνα Δραγούμη
Κρίνοντας σήμερα τον Ίωνα Δραγούμη πρέπει να οριστούν τα κριτήρια με τα οποία θα τον προσεγγίσουμε. Τα κριτήρια αυτά δεν μπορούν να είναι άλλα από την πρακτική σημασία των θεωριών που με σαφήνεια διατύπωσε και με συνέπεια υποστήριξε, στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Ο Δραγούμης δεν μπορεί να κριθεί ως διανοούμενος γιατί ο ίδιος θεωρεί ότι του λείπουν εκείνες οι αναγκαίες γνώσεις για να κατανοήσει τη λειτουργία των κοινωνιών. Στον διάλογό του με τον Γ. Σκληρό δηλώνει ευθαρσώς: «Εγώ δε γνώρισα τον Χέγκελ, ούτε έμαθα τι πάει να πει διαλεχτική και μεταφυσική μέθοδος[3] Δεν μπορεί να κριθεί ούτε ως ένας ονειροπόλος ιδεαλιστής, γιατί ο ίδιος πάλι εκτός από μαχόμενος διπλωμάτης είναι, αλλά και δηλώνει, πολιτικός: «Είμαι κ. Σκληρέ πολιτικός. Εμείς οι πολιτικοί πηγαίνουμε σύμφωνα με τις περιστάσεις – δηλαδή βλέποντας και κάνοντας….».[4] Άρα, θα πρέπει να κριθεί σε επίπεδο πραγματικής πολιτικής πρότασης, την εποχή που κατέρρεαν οριστικά οι Αυτοκρατορίες και τη θέση τους καταλάμβαναν τα έθνη-κράτη.
Ο Δραγούμης έζησε την εποχή της άνθισης των οθωμανικών ελληνικών κοινοτήτων εξαιτίας του Τανζιμάτ και της εμφάνιση των βαλκανικών εθνικιστικών ανταγωνισμών. Ανταγωνισμοί που κορυφώθηκαν με την εμφάνιση της Εξαρχείας και την προσπάθεια του βουλγαρικού εθνικισμού να κυριαρχήσει βιαίως τόσο στην Ανατολική Ρωμυλία όσο και στην οθωμανική Μακεδονία. Η προσπάθεια για αποφυγή των δυσάρεστων εξελίξεων, οδήγησε στην επεξεργασία κάποιων σχεδίων ελληνο-τουρκικής συνεννόησης που τελικά θα κωδικοποιηθούν με την ιδέα για τη δημιουργία μιας ελληνοοθωμανικής ομοσπονδίας.[5]
Η ανάδειξη της σλαβικής παραμέτρου ως της βασικής απειλής και της κύριας αντίθεσης στους εθνικούς ανταγωνισμούς εκείνης της εποχής, θα οδηγήσει τον Δραγούμη στην υποτίμηση της πραγματικής κύριας αντίθεσης. Αυτής των χριστιανικών λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τον μιλιταριστικό τουρκικό εθνικισμό. Ο Δραγούμης θα παραγνωρίσει πλήρως τη νέα αποφασιστική παραμέτρο που προστίθεται στη δύσκολη εξίσωση των διαδικασιών μετασχηματισμού της περιοχής μας: τον τουρκικό εθνικισμό, όπως θα εκφραστεί στο πρόσωπο των Νεότουρκων με το στρατιωτικό κίνημα του 1908. Θα παρασυρθεί και ο ίδιος από τις πλαστές επικλήσεις των συνθημάτων του γαλλικού Διαφωτισμού και θα επενδύσει στη νεοτουρκική πολιτική πρόταση. Ακριβώς γι αυτό θα αντιταχθεί στη νέα πολιτική παμβαλκανικής αντι-νεοτουρκικής συμμαχίας που θα εγκαινιάσει ο Βενιζέλος –ο οποίος ως προερχόμενος από την πρόσφατα απελευθερωμένη Κρήτη κατανοεί καλύτερα τις πραγματικές αντιθέσεις.
Βαλκάνιοι εθνικιστές VS Mικρασιάτες σοσιαλιστές
Σε αντίθεση με τον Δραγούμη, οι Έλληνες διανοούμενοι που κατάγονταν από τις ελληνικές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποδεικνύονται πολύ πιο ρεαλιστές και καίριοι στις επισημάνσεις τους. Το νεοτουρκικό κίνημα του 1908 αντιμετωπίστηκε από τον Γ. Σκληρό -που γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου- και τον Δ. Γληνό -από τη Σμύρνη της Ιωνίας- ως ένα απειλητικό εθνικιστικό κίνημα μιας στρατιωτικής γραφειοκρατίας, η οποία απειλούσε τα ζωτικά συμφέροντα των υπόδουλων λαών. Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι και οι δύο προέρχονται από το μικρασιατικό σοσιαλιστικό κίνημα, το οποίο ανδρώθηκε συγκρουόμενο με την αυταρχική Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Ο Γ. Σκληρός θεωρούσε ότι ο ιστορικός ρόλος της Ελλάδας ήταν η απελευθέρωση των αλύτρωτων Ελλήνων: “…Μόνο μια γενική ένωση όλων των μη τουρκικών στοιχείων σε ένα πολιτικό συνασπισμό και μια ανάλογη πανβαλκανική συμμαχία και επιμαχία των κρατών του Αίμου, θα μπορέσει να ισοφαρίση τις δυνάμεις του μουσουλμανικού τουρκικού όγκου, και να βάλη από τη μια τις σωβινιστικές υπερβολές των Νεοτούρκων σε ομαλά όρια, και από την άλλη να υποδείξη σε μερικές μεγάλες Δυνάμεις, πώς το ζήτημα της Ανατολής είναι μονάχα ζήτημα των λαών της, που έχουν πια αρκετά χειραφετηθή, ώστε να βρουν μόνοι τους τα κατάλληλα μέσα για την περιφρούρηση των εθνικών τους δικαιωμάτων, δηλαδή αυτού του πολιτισμού ολάκερης της Ανατολής.”[6]
Ο Δ. Γληνός γράφει με εξαιρετική οξυδέρκεια: “Εύρομεν ότι ο μόνος τρόπος αμύνης των μη Τούρκων κατά του επιδιωχθησομένου αμειλίκτως εκτουρκισμού είνε η συστηματική διοργάνωσίς των ως πολιτικών παραγόντων…η μόνη ultima ratio κατά του εσχάτου κινδύνου των εν Τουρκία Χριστιανών… είνε η στρατιωτική και ναυτική οργάνωσις η σκόπιμος και τελεία και επί ωρισμένου σχεδίου προπαρασκευή προς δράσιν των περί την Τουρκία χριστιανικών κρατών… Η τουρκική αστική τάξις θα φανή συμβιβαστική μόνον, εάν γνωρίζει ότι απέναντί της έχει ωργανωμένους και ισχυρούς αντιπάλους, έτοιμους να αναλάβωσι τον περί πάντων αγώνα.»[7]
Ο Δραγούμης θα παραμείνει προσκολλημένος στις εκτός τόπου και χρόνου εμμονές του, παρά το γεγονός ότι από το 1910 οι Νεότουρκοι αλλάζουν πολιτική και αρχίζουν τις διώξεις κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Αποκορύφωμα θα αποτελέσει η επίσημη απόφασή τους σε συνέδριο στην Οθωμανική Θεσσαλονίκη (Οκτώβριος 1911) για επίλυση του «εθνικού προβλήματος» της Αυτοκρατορίας με την εξόντωση ή τη βίαιη αφομοίωση των χριστιανικών πληθυσμών. Mετά τους Βαλκανικούς Πολέμους η γραμμή του συνεδρίου του 1911 εκφράστηκε με τη δημιουργία συγκεκριμένων θεσμών, όπως το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών. Ο Taner Aksam γράφει: «Υπάρχουν αποδείξεις ότι ο (Ziya) Gokalp συνέταξε ειδικές μελέτες για τις μειονότητες της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων και των Αρμενίων. Αυτές ήταν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου να συγκεντρωθεί λεπτομερής γνώση για την εθνικοθρησκευτική δομή της Ανατολίας. Ενα ειδικό τμήμα, το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών, το οποίο συστάθηκε το 1913, ασχολούνταν ειδικά με ζητήματα διασκορπισμού και επανεγκατάστασης πληθυσμών».[8]
Για την υλοποίηση των σχεδιασμών είχε δημιουργηθεί μια παρακρατική οργάνωση με την επονομασία Ειδική Επιτροπή (Teskilat i Mahsusa), για να φέρει εις πέρας τις εκτοπίσεις. Η Επιτροπή θα ξεκινήσει τη δράση της με τους Έλληνες της Ιωνίας. Ο Taner Aksam γράφει: «Η δράση της εναντίον του “εσωτερικού εχθρού” είχε αρχίσει πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού του Αιγαίου, μέσω τρομοκρατίας και απαλλοτρίωσης των ιδιοκτησιών του, είχε πραγματοποιηθεί ως μέρος του σχεδίου για την ομογενοποίηση της Ανατολίας».
Παρόλα αυτά, ο Δραγούμης θα συνεχίσει να αντιμάχεται με πάθος την «ελλαδική πολιτική των προσθηκών (εδαφών)», και να πιστεύει ότι είναι δυνατή η αντισλαβική ελληνοτουρκική συνεννόηση και συνεργασία[9]. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζε ακόμα και τότε την προοπτική των ελληνο-τουρκικών σχέσεων: «Απώτερος σκοπός μας πάντοτε θα είναι η σύμπηξις Ανατολικής Ομοσπονδίας». Από το σημείο εκείνο και με αφορμή την αντίθεσή του στους Βαλκανικούς Πολέμους, ο Δραγούμης θα βρεθεί στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο. Με κείμενό του, με αφορμή τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο (1912-13), απορρίπτει ξεκάθαρα τη στρατηγική του Βενιζέλου που υλοποιήθηκε με την πετυχημένη αντι-νεοτουρκική συμμαχία των χριστιανικών κρατών της Βαλκανικής.[10]

Ο Δραγούμης και τα Νοεμβριανά
Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Νεότουρκοι θα αρχίσουν την συστηματική υλοποίηση των προαποφασισμένων σχεδίων τους για εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών. Με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου άρχισε η «εκκαθάριση θυλάκων μη τουρκικών πληθυσμών που είχαν συγκεντρωθεί σε στρατηγικά σημεία»[11]. Το σχέδιο είχε την απόλυτη υποστήριξη των Γερμανών συμμάχων των Νεότουρκων και κάποια σημεία του υλοποιήθηκαν από κοινού. O Taner Aksam αναφέρει: «Συντάχθηκαν λεπτομερή σχέδια για τον εκτουρκισμό της Ανατολίας μέσω της εκκαθάρισης των χριστιανικών πληθυσμών. Τα ίδια μέτρα εφαρμόστηκαν στην περιοχή του Αιγαίου από την άνοιξη του 1914. Η Επιτροπή Ενωση και Πρόοδος πήρε μια ξεκάθαρη απόφαση. Η πηγή των προβλημάτων στη δυτική Ανατολία θα απομακρυνόταν, οι Ελληνες θα εκδιώκονταν με πολιτικά και οικονομικά μέτρα. Πριν από οτιδήποτε άλλο ήταν ανάγκη να αποδυναμωθούν οι οικονομικά ισχυροί Ελληνες…. Αποφασίστηκε να επικεντρωθούν οι δραστηριότητες γύρω από τη Σμύρνη που θεωρείτο κέντρο της υπονομευτικής δραστηριότητας».[12]
Από το 1916 η πολιτική αυτή θα εφαρμοστεί με ιδιαίτερη ένταση στον Δυτικό Πόντο.[13]
Ως αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής δεκάδες χιλιάδες Έλληνες από την Ιωνία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη θα καταφύγουν στην Ελλάδα. Μια Ελλάδα όμως διχασμένη, η οποία φαίνεται να μην κατανοεί την ιστορική εκείνη στιγμή της οριστικής αλλαγής του γεωπολιτικού χάρτη. Η φιλογερμανική ουδετερότητα της Μοναρχίας θα οδηγήσει σε ακρότητες, όπως η παράδοση της Ανατολικής Μακεδονίας από τον Ι. Μεταξά στους Βουλγάρους, η άρνηση εφαρμογής της ελληνοσερβικής Συνθήκης και η επίτευξη λόγω της ουδετερότητας της μεγάλης ήττας των συμμάχων στην Καλλίπολη. Αντίθετα, η βενιζελική παράταξη θα συνδέσει τα συμφέροντα του ελληνισμού με την Αντάντ και θα επιχειρήσει, έστω και την ύστατη στιγμή την έξοδο στον πόλεμο και την υποταγή του φιλογερμανικού κράτους της Αθήνας.
Ένδειξη της τραγικής κατάστασης που είχε περιέλθει ο ελληνισμός εκείνη τη στιγμή και της απόλυτης αλλοτρίωσης, θα είναι το πογκρόμ κατά των προσφύγων, ως βενιζελικών, που θα εξαπολυθεί στην Αθήνα το Νοέμβρη του 1916 από τις πρωτοφασιστικές παρακρατικές ομάδες των «Επιστράτων» που είχαν ιδρύσει οι Δημήτριος Γούναρης και Ιωάννης Μεταξάς. Το Νοέμβριο του ‘16, στη φιλογερμανική  Αθήνα θα γίνουν σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ των Γάλλων, που αποβιβάστηκαν με βάση συμφωνία που υπογράφτηκε, και των παρακρατικών αντιβενιζελικών ομάδων των «Επιστράτων». Στο στόχαστρο των ένοπλων παρακρατικών θα βρεθούν επίσης οι Κρητικοί της Αθήνας και οι πρόσφυγες από την οθωμανική Ανατολή. Υπήρξε αληθινό πογκρόμ με προγραφή σπιτιών και καταταστημάτων που είχαν σημαδευτεί με κόκκινη μπογιά. Οι «τίμιοι» βασιλικοί ανέλαβαν να «μολύνουν» με το αίμα των «προδοτών» βενιζελικών τα όπλα τους. Το σύνθημα των παρακρατικών ήταν: «Ο βασιλιάς μας θα ζώσει το σπαθί, θα σφάξει Αγγλογάλλους και βενιζελικούς μαζί». Ο Γεώργιος Βεντήρης γράφει: από της 19 μέχρι 23 Νοεμβρίου, ωδηγούντο πλησίον του φθισιατρείου «Σωτηρία» Μικρασιάται κυρίως πρόσφυγες και εθανατώνοντο ως κατάσκοποι των Αγγλογάλλων».[14] Ο Φοίβος Γρηγοριάδης υπολογίζει ότι ο αριθμός των δολοφονημένων ήταν περί τους 20. Γράφει: «απλοί άνθρωποι του λαού θα δολοφονηθούν στους δρόμους και στα μικρά Φρουραρχεία (σ.τ.σ συνοικιακά κέντρα των Επιστράτων)»[15]
Ο Δραγούμης δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, που υπάρχει πίσω από τις ενδοελλαδικές συγκρούσεις, ούτε το διακύβευμα της συμμετοχής του ελληνισμού στο νέο υπό διαμόρφωση μετα-οθωμανικό κόσμο. Αντίθετα, φαίνεται ότι συντάσσεται ολόψυχα με την πολιτική των Επίστρατων. Για τον Δραγούμη «λαός» στα κείμενά του, είναι μόνο οι μοναρχικοί παλαιοελλαδίτες. Καμιά λέξη συμπάθειας δε θα γραφτεί για τα άτυχα εκείνα θύματα του Διχασμού, που η πολιτική των Νεοτούρκων είχε οδηγήσει ως πρόσφυγες και ικέτες στην ελεύθερη Ελλάδα. Το αρνητικό στερεότυπο κατά των Ελλήνων της Ανατολής που είχε δημιουργηθεί στην ελλαδική κοινωνία από τη φιλομοναρχική προπαγάνδα θα επιβεβαιωθεί πλήρως από τον Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος το 1919 θα γράψει ότι οι Μικρασιάτες, όπως και οι Κρητικοί, ήταν τα όργανα υποταγής της Παλαιάς Ελλάδας στον «αγγλογαλλικό ιμπεριαλισμό». Και ότι «θα σαρωθούν από τα λαϊκά κύματα που υψώνονται». Ο Δραγούμης εμφανίζεται με έναν υποτιμητικό έως και ρατσιστικό λόγο κατά των Μικρασιατών, των νησιωτών της Μυτιλήνης, της Χίου, της Σάμου, της Ρόδου και Κύπρου. Ιδιαιτέρως βρίσκονται στο στόχαστρό του οι Κρητικοί: «Έχει και τους Κρητικούς, που ήταν πάντα μισθοφόροι».[16]
Ίσως η συμβολικότερη κίνηση του Δραγούμη στα Νοεμβριανά, που αποδείκνυε πλέον ότι είχε ωθηθεί σε μια φανατική υποστήριξη του μοναρχισμού και των πρακτικών του, φαίνεται να είναι η εγκατάλειψη της έως τότε συντρόφου του Πηνελόπης Δέλτα, της οποίας ο πατέρας είχε συλληφθεί από τους αποθηριωμένους Επίστρατους.[17]
«Σφυρί δρεπάνι / ελιά στεφάνι»
Η βία αυτή των μοναρχικών, θα προκαλέσει στη συνέχεια τη βία των βενιζελικών, οι οποίοι θα καταπιέσουν στο έπακρο τους φιλομοναρχικούς αντιπάλους τους. Η διαδικασία αυτή της εναλλαγής των βίαιων συμπεριφορών θα χαρακτηρίσει τη νεοελληνική πολιτική ζωή καθ’ όλο το Μεσοπόλεμο.
Η συμμετοχή όμως της Ελλάδας στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των νικητών θα επιτρέψει την ελληνική πλευρά να συμμετάσχει στα σχέδια διαμόρφωσης του νέου κόσμου μετά την αποχώρηση από την Ιστορία της προνεωτερικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η ύψιστη αυτή πρόκληση θα αντιμετωπιστεί με ιδιαίτερο σκεπτικισμό από το μοναρχικό χώρο. Χαρακτηριστική είναι η αποστροφή του Ιωάννη Μεταξά προς οποιαδήποτε ελληνική εμπλοκή της Ελλάδας στη Μικρά Ασία ήδη από το 1915. Σε έγγραφό του προς τον μονάρχη, αναπτύσσει τις απόψεις αυτές με βάση τις οποίες θεωρείται «αποικιακή» η ελληνική πρόθεση επέκτασης της κυριαρχίας στα μικρασιατικά παράλια. Στο ίδιο έγγραφο ο Μεταξάς εκτιμούσε ότι οι Γερμανοί θα είναι οι τελικοί νικητές στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο.[18] Ο Ίων Δραγούμης θεωρούσε ότι το εγχείρημα ήταν ανέφικτο, εφόσον προϋπέθετε τη διεξαγωγή ενός νέου πολέμου, και ότι ο στόχος θα έπρεπε να είναι η δημιουργία ενός κοινού ελληνοτουρκικού μικρασιατικού κράτους και όχι ενός καθαρά ελληνικού.        Ακόμα και τον Φεβρουάριο του ’19, όταν η Ελλάδα βρισκόταν στο στρατόπεδο των νικητών και επίκειντο οι μεταπολεμικές διευθετήσεις, ο Δραγούμης κατήγγειλε τις «κοινες ελπίδες» και «την ελπίδα του κοινού κέρδους» που είχαν οι «Αγγλογάλλοι ιμπεριαλιστές και ο Βενιζέλος».[19] Παρόμοιες απόψεις μ’ αυτές του μοναρχικού χώρου θα διατυπώσει και το νεαρό ελλαδικό κομμουνιστικό κίνημα που θα συγκροτηθεί ως ΣΕΚΕ.[20]

Ενώ η γενοκτονία στην Ανατολή από τον τουρκικό εθνικισμό έχει ξεκινήσει από το 1914, πλήθη προσφύγων από την Ανατολική Θράκη, την Ιωνία και τον Πόντο έχουν κατακλύσει το ελληνικό κράτος και υπάρχει το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο θα αντικατασταθεί η πολυεθνική μουσουλμανική Αυτοκρατορία -που πλέον εξαφανίζεται από το ιστορικό προσκήνιο- για τον Δραγούμη και τη μοναρχική παράταξη, όπως και για το ΣΕΚΕ των Μπεναρόγια και Πουλιόπουλου, δεν υπάρχουν εθνικά ζητήματα, ούτε υπάρχει ανάγκη εθνικής απελευθέρωσης των Ελλήνων ή των Αρμενίων της Ανατολής.

Η αντίθεση του μοναρχικού χώρου στην προσπάθεια της απελευθέρωσης των Ελλήνων της Ανατολής θα εκφραστεί με την υποτίμηση της συνθήκης των Σεβρών και τη μοιραία απόπειρα κατά του Ελ. Βενιζέλου στο σταθμό Λυών του Παρισιού. Οι συνέπειες αυτής της απόπειρας ήταν τρομακτικές. Καταρχάς, θα προκαλέσει την άγρια δολοφονία στην Αθήνα του Ίωνα Δραγούμη από βενιζελικούς μπράβους.[21] Απ’ την άλλη, φαίνεται ότι η απόπειρα αυτή επέφερε την ψυχολογική κατάρρευση του Βενιζέλου και τον οδήγησε στην εγκληματική απόφαση για διενέργεια εκλογών εν μέσω του μικρασιατικού πολέμου, τη στιγμή που όλοι του οι αντίπαλοι ήταν αντιπολεμικοί.
Ο Δραγούμης, κατά την τελευταία του περίοδο φαίνεται ότι ολίσθησε και σε φιλομπολσεβικικές θέσεις και άρχισε να επεξεργάζεται έναν πρώιμο εθνικοσοσιαλισμό[22]: «Τώρα μπαίνω σε μια σοσιαλιστική και ανθρωπιστική περίοδο. Αρχίζω να λαβαίνω συνείδηση του αναρχισμού μου (1917-1919) και προχωρώ…»
Η «Μικρά πλην έντιμος Ελλάς» με λιγάκι σοσιαλισμό πλέον, φαίνεται να είναι η νέα του πρόταση. Στο νέο του αυτό όραμα δεν υπάρχει χώρος για τους αλύτρωτους Έλληνες της Ανατολής και για υποστήριξη των κερδών από τη Συνθήκη των Σεβρών. Για τον Δραγούμη το μικρασιατικό εγχείρημα αποτελεί «ιμπεριαλισμό». Κατά συνέπεια, εάν δεν είχε δολοφονηθεί και ζούσε, είναι πιθανόν ότι σε πολιτικό επίπεδο θα πρωτοστατούσε στην παράδοξη προεκλογική αντιπολεμική βασιλο-κομμουνιστική συμμαχία, η οποία έτσι κι αλλιώς διαμορφώθηκε στην Αθήνα στη βάση της κοινής αντίληψης για τα μικρασιατικά. Πιθανότατα θα ήταν η εμβληματική μορφή του αντιμικρασιατικού, αντιπολεμικού χώρου, εφόσον ο Δραγούμης συγκέντρωνε ήδη χαρακτηριστικά και απ’ τους δυο και είχε ήδη αναπτύξει δράση υπέρ του κόμματος «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις» του Γούναρη που συσπείρωνε τους αντιβενιζελικούς με μια έντονα αντιπολεμική ρητορική.

Αποκαλυπτικό γεγονός της παράδοξης εκείνης συνάντησης μοναρχικών και παλαιοελλαδιτών κομμουνιστών υπήρξε μια κομμουνιστική προεκλογική συγκέντρωση (Οκτώβρης ’20). Για την προεκλογική αυτή συγκέντρωση που έγινε από το ΣΕ(Κ)ΚΕ στην Αθήνα, ο Κορδάτος μας ενημερώνει ότι έλαβαν μέρος 50.000 διαδηλωτές: “Δεν ήταν όμως κομμουνιστές όλοι. Ήταν αντιβενιζελικοί. Φοβόνταν να οργανώσουν δική τους διαδήλωση και πήραν μέρος στην κομμουνιστική. Γι αυτό ξελαρυγγιάζονταν φωνάζοντας: Κάτω ο Βενιζέλος, Κάτω ο πόλεμος… Μερικές κυρίες απ’ τα μπαλκόνια των ξενοδοχείων της Πλατείας Συντάγματος έραιναν με άνθη” τους διαδηλωτές και ήταν γελαστές και χαρούμενες. Φώναζαν μάλιστα “μπραβο παιδιά. Σφυρί δρεπάνι”. Φυσικά ήταν φανατικές βασιλικές.” Μας πληροφορεί επίσης ότι την εκδήλωση του ΣΕ(Κ)ΚΕ παρακολούθησαν κάποια στελέχη του μοναρχισμού όπως οι Γεώργιος Βλάχος, Νίκος Κρανιωτάκης και μας ενημερώνει ο Κορδάτος ότι: “Ήταν και αυτοί χαρούμενοι και δυό τρεις φορές χειροκρότησαν το ρήτορα Ευ. Παπαναστασίου.”[23] Ο Ελευθέριος Σταυρίδης αναφέρει ότι κατά τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 πολλοί μοναρχικοί διπλοφήφισαν το ΚΚΕ και την Ηνωμένην Αντιπολίτευσιν του Γούναρη. Απ΄ αυτή τη διαδικασία έμεινε γνωστό το σύνθημα: «σφυρί δρεπάνι/ ελιά στεφάνι».[24]
Επίλογος
Η δεκαετία 1914-1923 ήταν η σημαντικότερη στιγμή στην ιστορία της περιοχής μας μετά από πέντε αιώνες μουσουλμανικής κυριαρχίας. Μια πάλαι ποτέ ακμαία προνεωτερική ισλαμική Αυτοκρατορία αποχωρούσε από το ιστορικό προσκήνιο και στη θέση της έρχονταν τα νέα έθνη-κράτη. Τη δεκαετία αυτή ο ελληνισμός έχασε το μεγάλο του στοίχημα. Τότε, στην καμπή εκείνη της ιστορίας, όταν διαλύονταν οι Αυτοκρατορίες και παραχωρούσαν τη θέση τους στα εθνικά κράτη, διαμορφώθηκαν οι πρωτογενείς συνθήκες που πάνω τους χτίστηκε όλη η σημερινή γεωπολιτική πραγματικότητα. Τότε μπήκαν οι βάσεις για τη δημιουργία της εθνικιστικής Τουρκίας, τότε ολοκληρώθηκε και η νεοελληνική συγκρότηση.
Η αδυναμία των Ελλήνων να πετύχουν τον αστικό εκσυγχρονισμό τους με την ενσωμάτωση των αναπτυγμένων ελληνικών περιοχών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η μετατροπή των δραστήριων, οικονομικά και πολιτιστικά, Ελλήνων της Ανατολής σε προλεταριοποιημένους απόβλητους ” πρόσφυγες” στην οριστικά πλέον βαλκανική Ελλάδα, έχει ενόχους με ελληνικά ονοματεπώνυμα.
Ο Δραγούμης έφυγε άδικα νωρίς! Δεν πρόλαβε να δει τη Μεγάλη Καταστροφή που προκάλεσε η πολιτική που και ο ίδιος υποκίνησε. Κανείς δεν μπορεί να προδικάσει εάν ο Δραγούμης τις μέρες της Καταστροφής θα συνέπασχε με τους Μικρασιάτες ή θα συνδιαμόρφωνε την εικόνα που μας παραδίδεται για εκείνη τη στιγμή: «Δεν άκουγε κανείς εκείνες τις μέρες τίποτα άλλο από τα στόματα όλων αυτών παρά κατάρες στο Βενιζέλο και βλαστήμιες: ‘’Αχ αυτοί οι τουρκοσπορίτες Έλληνες της Μικράς Ασίας μας πήραν στο λαιμό τους. Μακάρι να τους σφάξει όλους ο Κεμάλ και να μη μείνει ούτε ποδάρι από δαύτους’’…»[25]
Κανείς δεν μπορεί να προδικάσει εάν θα άλλαζε τις απόψεις του ή εάν θα συνέχιζε να πιστεύει ότι η νέα συμφορά για το «λαό», όπως τον εννοούσε στα κείμενά του το Φεβρουάριο του ΄19, παρέμεναν οι Μικρασιάτες, οι νησιώτες και οι Κρητικοί. Μόνο που τώρα οι Μικρασιάτες θα είχαν μετατραπεί σε ενοχλητικούς «τουρκόσπορους» πρόσφυγες, για τους οποίους οι παλιοί του φίλοι θα ζητούσαν να φορέσουν υποχρεωτικά κίτρινο περιβραχιόνιο για να τους ξεχωρίζουν από τον «λαό».[26]



[1] Ίων Δραγούμης, Ελληνικός πολιτισμός, εκδ. Φιλόμυθος, Αθήνα, 1993, σελ. 207-208.
[2] Στο επίπεδο των ιδεών και των αντιλήψεων για εκείνη τη μοναδική εποχή, εντοπίζουμε την απόλυτη ρήξη των Βαλκάνιων είτε εθνικιστών είτε σοσιαλιστών –πλην των βενιζελικών- με το σύνολο των Ελλήνων που προερχόταν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία
[3] Ίων Δραγούμης, «Το Έθνος, οι Τάξεις και ο Ένας» , περ. Νουμάς, τεύχος 271, 25 Νοεμβρίου 1907
[4][4] Ίων Δραγούμης , «Το Έθνος, οι Τάξεις και ο Ένας», ό.π.
[5] Ίων Δραγούμης, Όσοι Ζωντανοί, β’ έκδ., εκδ. Φιλόμυθος, Αθήνα, 1993, σελ. 188-206
[6] Γεώργιος Σκληρός, «Το Ζήτημα της Ανατολής», στο Αριστερά και Ανατολικό Ζήτημα, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1998, σελ. 77-99.
[7] Δημήτρης Γληνός, «Η τουρκική μεταπολίτευσις και αι συνέπειαι αυτής», στο Αριστερά και Ανατολικό Ζήτημα εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1998, σελ. 101-134..
[8] Taner Aksam, Μια επαίσχυντη πράξη, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2007, σελ. 141.
[9] Ίων Δραγούμης, Ελληνικός Πολιτισμός, (α’ έκδ Αλεξάνδρεια 1914), β’ έκδ., εκδ. Φιλόμυθος, Θεσσαλονίκη, 1993, σελ. 51-63
[10] Ίων Δραγούμης, «Τιμή και ανάθεμα», περ. Νουμάς, τεύχ. 497, 29 Δεκεμβρίου 1912.
[11] Celal Bayar, Ben de yazdim. Milli mucadeleye giris, τόμ. 5, Κωνσταντινούπολη, εκδ. Baha, 1967, σελ. 1572-82.
[12] Taner Aksam, Μια επαίσχυντη πράξη, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2007, σελ. 129.
[13] Ο Ανατολικός Πόντος από την Άνοιξη του 1916 καταλήφθηκε από το ρωσικό στρατό. Στην Τραπεζούντα δημιουργήθηκε η ελληνική Προσωρινή Κυβέρνηση.
[14] Γ. Βεντήρης, στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 9 Μαρτίου 1931. Αργότερα η σειρά αυτή των άρθρων εκδόθηκε σε βιβλίο με τίτλο: «Η Ελλάς του 1910-1920 – Ιστορική μελέτη», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1970
[15] «Τότε, οι βενιζελικοί πολίτες –κατά τεκμήριον φίλοι της Συνεννόησης– εγκαταλείφθηκαν στην τρομοκρατία των Επιστράτων, οι οποίοι έκαψαν, λεηλάτησαν και σκότωσαν 35.» (Μιχάλης Κατσίγερας, εφημ Καθημερινή, 18-11-2006.) Μια άλλη αφήγηση είναι η εξής: «Μεθ΄ εκάστην έκρηξιν πυροβολισμών των επιστράτων περίπολοι σπεύδουσαι αποκλείουν την καθ΄ ης η απόπειρα οικίαν ή κατάστημα και συλλαμβάνουν μεθ΄ ύβρεων και δεινών προπηλακισμών και κακοποιήσεων τους εντρόμους Βενιζελικούς ενοίκους, οίτινες δέσμιοι ή συρόμενοι εν μέσω λογχών οδηγούνται εις το Φρουραρχείον υπό το στίγμα ομοιομόρφου άπαντες κατηγορίας, συνωμοσίας κατά του καθεστώτος και εσχάτης προδοσίας … Και είνε χαρακτηριστικόν το επεισόδιον το οποίον αφηγείται η Εσπερινή περί ενός εκ των συλληφθέντων τούτων, όστις απαγόμενος υπό της περιπόλου και εκσυριττόμενος υπό του πλήθους διεμαρτύρετο προς το πλήθος, του οποίου εζήτει να κινήσει την συμπάθειαν, ότι “αυτός δεν ήτο Βενιζελικός, αλλά μόνο κλέπτης’’» (Χρ. Χουρμούζιος Τα κατά την 18ην και 19ην Νοεμβρίου 1916 και επέκεινα, τυπ. Εσπερίας, Λονδίνο 1919, σ. 99
[16] Ίων Δραγούμης, Φύλλα Ημερολογίου, Στ΄, σελ. 41-42, 12 Φεβρουαρίου 1919, δημοσιεύτηκε υπό τον τίτλο «Ο Βενιζέλος και ο ιμπεριαλισμός», στο Αριστερά και Ανατολικό Ζήτημα, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1998, σελ. 156, 157.
[17] Κατερίνα Δαφέρμου «Ενας κυκλώνας που τα σάρωσε όλα». [Π. Σ. Δέλτα, Ίων Δραγούμης], Το Βήμα της Κυριακής / “Βιβλία”, 22 Φεβρουαρίου 2009
[18] Για το ζήτημα αυτό βλ.: Κωσταντίνος Σβολόπουλος, Η απόφαση για την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία Αθήνα, εκδ. Ίκαρος, 2009.
[19] Ίων Δραγούμης, «Ο Βενιζέλος και ο ιμπεριαλισμός», ό.π σελ. 157
[20] Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, τόμ. Α’, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, σελ. 104, Δημήτρης Λιβιεράτος, Το ελληνικό εργατικό κίνημα 1918-1023, εκδ. Καρανάση, Αθήνα, σελ. 31, 45.
[21] Η δολοφονία θα «διασώσει» τη φήμη του Δραγούμη. Ειδάλλως το πιθανότερο ήταν να πέσει στην αφάνεια ως ιστορικό πρόσωπο, όπως ο Αθ. Σουλιώτης-Νικολαϊδης. Με τη δολοφονία, «αγιοποιήθηκε» ένας μέτριος διανοούμενος, που αγνοούσε απολύτως τις πραγματικές ανάγκες της εποχής που ζούσε.
[22] Πέτρος Ωρολογάς – Δημοσθένης Κούκουνας, Ίων Δραγούμης, τόμ. 6, εκδ. Μέτρον, 2008, σελ. 47-50
[23] Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τομ. 13, εκδ. 20ος Αιώνας, 1958, σελ. 543-544.
[24] Ελευθέριος Α. Σταυρίδης, Τα παρασκήνια του ΚΚΕ, Αθήνα, 1953, σελ. 38.
[25] Γ. Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τομ. 13, εκδ. 20ος Αιώνας, 1958, σελ. 36.

[26] Ο Νίκος Κρανιωτάκης, φιλομοναρχικός εκδότης του Πρωινού Τύπου, στην εφημερίδα του θα απαιτήσει το 1933 να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορέσουν κίτρινα περιβραχιόνια για να τους διακρίνουν και να τους αποφεύγουν οι Έλληνες. (George Mavrogordatos, Stillborn Republic. Social coalitions and Party Strategies in Greece 1922-1936, έκδ. University of California Press, Berkeley, 1983,, σελ. 195.)
 
Posted Δεκεμβρίου 27, 2010

Με αφορμή τη συμπλήρωση 90 χρόνων(*91 εφέτος 2011) από τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη, η εφημερίδα Μακεδονία έκανε αφιέρωμα στο οποίο συμμετείχα με το κείμενο που αναρτώ στη συνέχεια.


Το συνολικό αφιέρωμα της εφημερίδας μπορείτε να το δείτε σε pdf: http://www.makthes.gr/filestore/docs/I_DRAGUMIS1.pdf

Δημοσιεύτηκε επίσης:

http://www.diplomatikoperiskopio.com/index.php?option=com_content&view=article&id=603:2010-07-30-08-39-15&catid=53:2008-06-14-16-50-37&Itemid=82
http://www.patrides.com/oct10/ion.htm
http://www.antibaro.gr/node/1827
http://tzeferakoslp.blogspot.com/2010/07/blog-post_31.html

http://syndpeiraia.blogspot.com/2011/09/blog-post_29.html
http://vimeo.com/29732034
 



4. Η γενοκτονία του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας 

 Συντάκτης: Βλάσης Αγτζίδης, Ιστορικός

 Posted Αυγούστου 26, 2011

O Σεπτέμβρης του ’22 είναι ο μήνας που σφράγισε την ιστορία της περιοχής μας μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο, που προέκυψε από δύο διαφορετικούς δρόμους:
-την επιλογή των νεότουρκων εθνικιστών -απ’ το 1908- να ομογενοποιήσουν τον πολυεθνικό αυτοκρατορικό χώρο εξοντώνοντας τις χριστιανικές κοινότητες και μετατρέποντας σε “Τούρκους” τους μουσουλμάνους και
-τον αμοραλισμό της ελλαδικής γραφειοκρατίας -και ειδικά της συντηρητικήςπου εκφραζόταν μέσα από τη μοναρχική παράταξη- η οποία υπονόμευσε την προσπάθεια διαμόρφωσης ενός μεταοθωμανικού πολιτικού σκηνικού βασισμένου πλέον στη δομή των εθνικών κρατών και στην απόδοση πολιτικών δικαιωμάτων σ’ όλες τις κοινοτήτες...
Μ’ αφορμή την επέτειο (14 Σεπτέμβρη) που πλησιάζει, αναδημοσιεύεται ένα παλιό μου κείμενο που δημοσιεύτηκε στην  Καθημερινή της Κυριακής, στις 18 Φεβρουαρίου 2001, υπό τον τίτλοΗ γενοκτονία του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας.  Καταξιώνεται η ιστορική μνήμη με την πρόσφατη προώθηση του νόμου για την αναγνώρισή της“.
Το άρθρο γράφτηκε με αφορμή την απεμπλοκή του νόμου για την αναγνώριση της Μικρασιατικής Γενοκτονίας, αφού για 4 χρόνια, τεχνηέντως, είχε μείνει στο συρτάρι από την κυβέρνηση Σημίτη, ελέω προσέγγισης Παπανδρέου-Τζέμ. Η εξέλιξη του θέματος αυτού έχει ιδιαίτερο ενδιαφέον για τα πολιτικά μας ήθη, εφόσον η προσπάθεια λοιδωρήθηκε και ο όρος “Γενοκτονία” εξαλείφθηκε από το τελικό κείμενο του προεδρικού διατάγματος. Για την αποκαλυπτική αυτή ιστορία μπορείτε να διαβάσετε στο κείμενό μου “Η Γενοκτονία και η άρνησή της“, καθώς και ένα άρθρο εκείνης της εποχής με τίτλο: “Νέο ατόπημα κατά του μικρασιατικού ελληνισμού“. 
Πάντως το άρθρο που γράφτηκε το Φεβρουάριο του 2001, πριν τη θλιβερή εξέλιξη, είναι το εξής:  
 
Η πρόσφατη προώθηση του νόμου, -που ψηφίστηκε από τη Βουλή των Ελλήνων το 1997-, για την αναγνώριση της Γενοκτονίας του μικρασιατικού Ελληνισμού με τη σύνταξη και αποστολή προς υπογραφή ενός προεδρικού διατάγματος από τον υπουργό Πολιτισμού κ. Ευ. Βενιζέλο και τον υφυπουργό Εσωτερικών κ. Κ. Καϊσερλή, έφερε στο φως μια από τις πλέον ματωμένες σελίδες της πρόσφατης ιστορίας. Μια σελίδα που πολλοί επιδίωξαν να ξεχαστεί. Όμως στην ιστορία οι σιωπές δεν μπορούν να διατηρηθούν για πάντα. Η ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών και η ενεργοποίηση των προσφυγικών οργανώσεων, που επιμένουν να υπάρχουν, έφερε τα πρώτα αποτελέσματα. Η καταξίωση της ιστορικής μνήμης και η καταγραφή μιας μεγάλης Γενοκτονίας στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων, βρίσκει πλέον την έκφρασή της με την επίσημη ανακήρυξη της 14ης Σεπτεμβρίου -ημέρα που η Σμύρνη πυρπολήθηκε από τα κεμαλικά στρατεύματα- ως Ημέρα Μνήμης.
Η Μικρασιατική Καταστροφή υπήρξε η μεγαλύτερη καταστροφή στην ιστορία του ελληνικού έθνους από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Για πρώτη φορά ο ελληνικός κόσμος περιορίστηκε στα γεωγραφικά όρια της Ελλάδας, στον Νότο της Βαλκανικής χερσονήσου και στην Κύπρο. Το δράμα που βίωσαν όλες οι χριστιανικές ομάδες της Ανατολής, υπήρξε ο επίλογος της επώδυνης διαδικασίας αντικατάστασης της πολυεθνικής μουσουλμανικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από εθνικά κράτη. Η αντίστροφη μέτρηση για τους Έλληνες -όπως και για τις υπόλοιπες χριστιανικές ομάδες- είχε αρχίσει με το πραξικόπημα των Νεότουρκων. Τότε χάθηκε οριστικά το μεγάλο στοίχημα για τη δυνατότητα καθιέρωσης ισοπολιτείας μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων. Η μέχρι τότε κατάσταση περιγράφεται γλαφυρά στις 30 Νοεμβρίου 1908 στη σοσιαλιστική εφημερίδα «Ο Λαός» της Κωνσταντινούπολης που εξέδιδε ο Ν. Γιαννιός:
«Όλοι οι μουσουλμάνοι ήταν ίσοι αναμεταξύ τους. Όλοι μπορούσαν να γίνουν πασάδες ή στρατηγοί. Μα δεν παραδέχονταν τους χριστιανούς και τους Εβραίους για ίσους με τον εαυτό τους, παρά τους ονομάζανε γκιαούρηδες. Τους απογόνους των παλαιών κατοίκων τους μεταχειρίζονταν σαν ξένους. Δεν τους επέτρεπαν να γίνουν αξιωματικοί ή υπάλληλοι. Δεν τους δέχονταν για μάρτυρες στα τουρκικά δικαστήρια. Η τουρκική κυβέρνηση τους ανέχονταν μόνο, βάζοντάς τους να πληρώνουν ένα χωριστό φόρο, το χαράτσι. Τους ονόμαζαν ραγιάδες (κοπάδια) και δεν τους ήθελαν για άλλο τίποτα, παρά για να τρέφουν τον μουσουλμανικό λαό. Στις επαρχίες μόνο οι μουσουλμάνοι ήτανε γαιοκτήμονες. Οι χριστιανοί ήταν αγρότες, απαράλλαχτα όπως οι δούλοι στον μεσαίωνα. Πριν την κατοχή, οι χριστιανοί αυτοί ήσαν έθνη ανεξάρτητα και πάντα είχαν βαστάξει τη γλώσσα, τη φορεσιά τους και τις συνήθειές τους…».
Η πολιτική του τουρκικού εθνικισμού
Οι Νεότουρκοι με την πολιτική τους όξυναν την κατάσταση. Ήδη, από το 1911 είχαν αποφασίσει τη γενοκτονία των χριστιανών. Σε μια ανταπόκριση του περιοδικού «The Times of London», στις 3 Οκτωβρίου του 1911, με τίτλο «Οι Νεότουρκοι και το πρόγραμμά τους», παρακολουθούμε την επικράτηση των ακραίων σοβινιστικών επιλογών στο συνέδριο του κομιτάτου «Ένωση και πρόοδος» που βρισκόταν ήδη στην εξουσία. Η οθωμανοποίηση (ottomanization) δια της βίας όλων των κατοίκων, αποφασίζεται τελεσίδικα. Το μέσο θα ήταν οι εξοπλισμένοι μουσουλμάνοι:
«Οι μουσουλμάνοι γενικά πρέπει να κρατήσουν τα όπλα τους και όπου υπήρχαν ως μειονότητα, οι Αρχές πρέπει να τους εξοπλίσουν… Η Τουρκία είναι πρωτίστως μια μουσουλμανική χώρα και οι ιδέες του μουσουλμανισμού και η επιρροή του πρέπει να κυριαρχούν. Κάθε άλλη θρησκευτική προπαγάνδα πρέπει να κατασταλεί, αφού δεν μπορεί κανείς να εμπιστευτεί τους χριστιανούς, οι οποίοι πάντα δούλευαν για την κατάρρευση του νέου καθεστώτος… Αργά ή γρήγορα η πλήρης οθωμανοποίηση πρέπει να επιτευχθεί, αλλά είναι πλέον καθαρό ότι αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει με την πειθώ, αλλά με τη δύναμη των όπλων. Η μουσουλμανική κυριαρχία είναι αναπόφευκτη και μόνο στους μουσουλμανικούς θεσμούς και παραδόσεις οφείλεται σεβασμός. Το δικαίωμα της οργάνωσης, αποκέντρωσης και αυτονομίας δεν υπάρχει για τις υπόλοιπες εθνικότητες, οι οποίες μπορούν να κρατήσουν τις θρησκείες τους, αλλά όχι τις γλώσσες τους. Η επικράτηση της τουρκικής γλώσσας αποτελεί ένα από τα βασικά μέσα για τη διατήρηση της μουσουλμανικής κυριαρχίας».
Η χρυσή ευκαιρία για τον τουρκικό εθνικισμό δόθηκε στη διάρκεια του Α´ Παγκοσμίου Πολέμου, με τη συμπαράσταση των Γερμανών συμμάχων του. Οι πρώτοι διωγμοί ξεκινούν από την Ανατολική Θράκη με τη βίαιη μετακίνηση του ελληνικού πληθυσμού. Ακολουθούν μεγάλες διώξεις κατά των Ελλήνων της Δυτικής Μικράς Ασίας για να κορυφωθούν με τη γενοκτονία στο μικρασιατικό Πόντο.
Η ήττα της Τουρκίας και των συμμάχων της δημιούργησε ελπίδες στους υπόδουλους λαούς για τη χειραφέτησή τους. Η Συνθήκη των Σεβρών ρύθμιζε σε ικανοποιητικό βαθμό τις εθνικές διαφορές. Οι Έλληνες έθεσαν υπό τον έλεγχό τους το ένα έκτο του εδάφους της Ανατολής, παρότι το συνολικό ποσοστό τους ήταν αρκετά μεγαλύτερο. Παρόμοια απέκτησαν εθνική στέγη οι Αρμένιοι και οι Κούρδοι. Οι Τούρκοι παρέμεναν, έτσι και αλλιώς, οι κύριοι του μεγαλύτερου μέρους του εδάφους.
Η εμφάνιση όμως του επιθετικού εθνικιστικού κεμαλικού κινήματος απέτρεψε τη ρύθμιση αυτή. Εν τέλει, η κυρίαρχη στρατοκρατική τάξη των Νεότουρκων -των Τούρκων εθνικιστών δηλαδή- κατάφερε στην κεμαλική εκδοχή της να νικήσει τον ελληνικό στρατό και το τοπικό ελληνικό αντάρτικο κίνημα, να ολοκληρώσει τη γενοκτονία του ντόπιου ελληνικού πληθυσμού που είχε προαναγγείλει από το 1911, να ελέγξει το μεγαλύτερο μέρος της αυτοκρατορίας, να εδραιώσει την εθνικιστική παντουρκιστική ιδεολογία εις βάρος του Ισλάμ και να επιχειρήσει τελικά τη βίαιη μετατροπή των μουσουλμάνων πιστών, σε εθνικά Τούρκους υπηκόους.
Ένα εκατομμύριο ψυχές χάθηκαν
Το κόστος της καταστροφής του 1922 ήταν τεράστιο για τον Ελληνισμό της καθ´ ημάς Ανατολής. Ο Τζορτζ Χόρτον, Αμερικανός πρόξενος στη Σμύρνη την περίοδο των τραγικών γεγονότων, υπολόγισε σε περισσότερους από ένα εκατομμύριο τους Έλληνες που εξοντώθηκαν στο σύνολο του μικρασιατικού χώρου κατά τη διάρκεια των εθνικών εκκαθαρίσεων. Με βάση την οθωμανική απογραφή, οι Έλληνες στον μικρασιατικό χώρο (Δυτική Μικρά Ασία, Πόντος και Καππαδοκία) ξεπερνούσαν τα δυόμισι εκατομμύρια πριν από την έναρξη του Α´ Παγκοσμίου Πολέμου. Η επόμενη καταγραφή τους γίνεται στην Ελλάδα το 1928. Καταγράφονται λίγο περισσότεροι από ένα εκατομμύριο.
Πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η ελληνική απογραφή του 1928 χαρακτηριζόταν από ανεπάρκειες και μεθοδολογικά λάθη. Για παράδειγμα, καταγράφεται ο τόπος προέλευσης και όχι ο τόπος γέννησης. Έτσι δεν γνωρίζουμε τον αριθμό των Ποντίων προσφύγων που είχαν εγκατασταθεί στην Ανατολική Θράκη το 1919.
Δεν γνωρίζουμε επίσης εάν οι πρόσφυγες από τη Ρουμανία προέρχονται από τη Μικρά Ασία ή τη Ρωσία, απ´ όπου έφυγαν λόγω της μπολσεβίκικης επανάστασης. Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε, πόσοι από τους πρόσφυγες που προέρχονται από τα Δωδεκάνησα, την Κύπρο ή την Αίγυπτο είναι Μικρασιάτες. Πάντως, γνωρίζουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων του Καυκάσου (κυρίως από τις περιοχές Καρς και Αρνταχάν), καθώς και οι πρόσφυγες από τη Ρωσία -Πόντιοι στην πλειονότητά τους- δεν καταγράφονται στην οθωμανική απογραφή, εφόσον κατοικούσαν σε ρωσικά εδάφη.
Για να αξιολογήσουμε την απογραφή της Στατιστικής Υπηρεσίας του 1928, πρέπει να λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι κατά τη σκληρή δεκαετία του ´ 20, η θνησιμότητα στους προσφυγικούς καταυλισμούς ήταν τεράστια και ότι αντιστοιχούσαν τρεις θάνατοι σε μία γέννηση, καθώς και το γεγονός ότι δεν καταγράφηκαν όσοι κατέφυγαν κατευθείαν στην Αμερική, την Ευρώπη και στις υπόλοιπες παροικίες. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ο πραγματικός αριθμός των προσφύγων το ´ 22 ήταν αισθητά μεγαλύτερος απ´ αυτόν που καταγράφηκε. Σ´ αυτόν πρέπει να προσθέσουμε τους 200.000 περίπου Κωνσταντινουπολίτες, Ιμβρίους και Τενέδιους που εξαιρέθηκαν της «Ανταλλαγής των πληθυσμών» ως ισοδύναμο των Μουσουλμάνων που παρέμειναν στην ελληνική Δυτική Θράκη.
Το ελληνικό κόστος της μεγάλης Καταστροφής του ´ 22 πρέπει να πλησιάζει το ένα εκατομμύριο άτομα. Οι συνέπειες όμως δεν έχουν ακόμα εξαλειφθεί, ούτε και καταγραφεί στην ολότητά τους. Το τραύμα -αποτέλεσμα της ιστορικής ύβρεως- παραμένει και μεταφέρεται στους απογόνους των προσφύγων του ´ 22, ζητώντας την κάθαρση. Οι πρόσφυγες συνεχίζουν να καταφθάνουν στην Ελλάδα στο πρόσωπο των υπαρκτών μικρασιατικών πληθυσμών από τον Πόντο, που είχαν εγκλωβιστεί στη Σοβιετική Ένωση. Πολλοί απ´ αυτούς έρχονται από την Κεντρική Ασία, -την αρχική κοιτίδα των αυθεντικών Τούρκων-, όπου τους εκτόπισε ο σταλινισμός την περίοδο του Μεσοπολέμου. Ο κύκλος της Μικρασιατικής Καταστροφής γι´ αυτούς δεν έχει ακόμα κλείσει!
Μια μαρτυρία
«Ο Κεμάλ γιόρτασε το θρίαμβό του με τη μεταβολή της Σμύρνης σε τέφρα και την τεράστια σφαγή του εκεί χριστιανικού πληθυσμού», έγραψε στα απομνημονεύματά του ο Ουΐνστον Τσόρτσιλ. Η σφαγή της Σμύρνης συγκλόνισε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο. Ακόμα και στη Γαλλία -η φιλοτουρκική πολιτική της οποίας καθόριζε την πληροφόρηση που παρείχαν οι δημοσιογράφοι- διογκώθηκαν τα αντιτουρκικά συναισθήματα. Όμως, περισσότερο από τις ανταποκρίσεις και τις ψυχρές επισημάνσεις των διπλωματών, το τρομερό τοπίο εκείνων των ημερών αποκαλύπτεται μέσα από τις μαρτυρίες όσων το έζησαν.
Η συλλογή και η έκδοση των αυθεντικών μαρτυριών έγινε από το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών. Μαρτυρίες συγκλονιστικές, που πιστοποιούν την ύπαρξη του Μικρασιατικού Ολοκαυτώματος. Τυχαία επιλέξαμε και δημοσιεύουμε τις αναμνήσεις της Ελένης Καραντώνη από το Μπουνάρμπασι, έντεκα χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Σμύρνης. Το Μπουνάρμπασι είχε χίλιους κατοίκους, από τους οποίους οι οκτακόσιοι ήταν Έλληνες:
«…Άρχισε ο στρατός μας να φεύγει. Χτυπούσαν τις πόρτες μας και ζητούσαν ρούχα για να βγάλουν το χακί από πάνω τους. Πόσους δεν ντύσαμε! Οι μεγάλοι οι δικοί μας ξεκουμπίστηκαν και φύγανε κι άφησαν τον κόσμο στο έλεος του Θεού. Έφταναν οι στρατιώτες ξυπόλυτοι, γυμνοί, κουρελιασμένοι, πρησμένοι, νηστικοί. Οι Τούρκοι κατέβαιναν και έσφαζαν τους Έλληνες. Το ίδιο έκαναν και οι δικοί μας. Παντού φωτιά και μαχαίρι άκουες και έβλεπες. Από τους κατοίκους του Μπουνάρμπασι έμειναν καμιά δεκαριά οικογένειες… Μερικοί κατάφεραν να φύγουν, σέρνοντας με την κοιλιά προς το Σικλάρι και από κει στη Σμύρνη. Τους άλλους όλους τους ατιμάσανε, τους σφάξανε, τους κρεμάσανε, τους κάψανε. Κι εκείνους που κατάφεραν από το Σικλάρι να φτάσουν στη Σμύρνη, όταν ήρθε ο Κεμάλ, τους έπιασε και τους έσφαξε.
Εμείς βρισκόμασταν στη Σμύρνη. Πλημμύρα οι μαχαλάδες στο αίμα. Βάλανε φωτιά οι Τούρκοι, μια ώρα μακριά. «Μη φοβάστε είναι μακριά», μας είπε ο νοικοκύρης του σπιτιού που μέναμε. Σ´ ένα τέταρτο η φωτιά είχε έρθει σε μας. Ρίχνανε βενζίνη και προχωρούσε. Βγήκαμε στο δρόμο. Φωτιά από τη μια, θάλασσα από την άλλη. Βρισκόμασταν στη μέση. Και οι Τσέτες (σ.τ.σ. οι άτακτοι Τούρκοι) βρίσκονταν στη μέση, και έσφαζαν και σκότωναν.
Τη νύχτα οι Τσέτες έκαναν επίθεση ν´ αρπάξουν, να σφάξουν, ν´ ατιμάσουν. «Βοήθεια! Βοήθεια!», φώναζε ο κόσμος. Τα εγγλέζικα πλοία ήταν απέναντι. Έριχναν τους προβολείς. Σταματούσαν για λίγο. Τη νύχτα θέλαμε να πάμε προς νερού μας. Πήγαμε λίγο πιο έξω, φρίκη! Βρεθήκαμε σε μια χαβούζα (σ.σ. μεγάλο ανοιχτό λάκκο). Γύρω-γύρω, στα χείλια της χαβούζας σπαρταρούσαν κορμιά, και μέσα η χαβούζα ήταν γεμάτη κεφάλια. Έπαιρναν όποιον έπιαναν, τον πήγαιναν στην άκρια της χαβούζας, έκοβαν το κεφάλι και το έριχναν μέσα στη χαβούζα και τα κορμιά τα άφηναν να σπαρταρούν γύρω-γύρω. Ήταν φοβερό. Όσοι το είδαν τρελάθηκαν. Το τρελοκομείο γέμισε από τρελούς σαν ήρθαμε. Εκεί σ´ αυτό το μέρος χάσαμε και τον πατέρα μου. Τον αδελφό μου τον έσφαξαν στο χωριό.
Έβγαλαν, μετά, ιταλικά και ελληνικά πλοία και μας πήραν. Πόσους; Ούτε ένα είκοσι τοις εκατό δεν επήραν. Τέτοια καταστροφή δεν είδαν τα μάτια μου!»
Ο θρήνος των θυμάτων
Ένας από τους πλέον συγκλονιστικούς θρήνους για τη Μικρασιατική Καταστροφή είναι αυτός των Ελλήνων της Πάφρας (ή Μπάφρα) του δυτικού Πόντου, στον βορρά της Μικράς Ασίας. Ο πληθυσμός αυτός εξολοθρεύτηκε σχεδόν ολοκληρωτικά την περίοδο της γενοκτονίας. Ο θρήνος διασώθηκε και δημοσιεύτηκε από τον εκπαιδευτικό Χρ. Αντωνιάδη.
Κοίταξε τις πέτρες της Άγκυρας,
βλέπε και τα δακρυσμένα μου μάτια.
Μείναμε σκλάβοι των Τούρκων,
για δες της μοίρας τα γραμμένα!
Οι λόφοι της Άγκυρας είναι μονοκόμματοι.
Η Ελλάδα κάηκε, κατακάηκε.
Να τυφλωθείς καταραμένε Άγγλε,
στην Ελλάδα δεν απόμεινε καμιά ελπίδα.
Ο στρατός που πήγε για την Άγκυρα
Έμεινε εκεί, πεσκέσι στους Τούρκους.
Όσοι μας βοήθαγαν έκαναν πίσω
και τους Έλληνες τους παρέσυρε το κύμα.
Κέντρο του ελληνικού πολιτισμού επί αιώνες
Ο μικρασιατικός χώρος έχει ιδιαίτερη σημασία για τον Ελληνισμό. Κατ´ αρχάς, οι ελληνικές εγκαταστάσεις στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου χρονολογούνται από τα προϊστορικά χρόνια. Η μεγάλη ακμή των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας, στη φιλοσοφία, στις επιστήμες και στις τέχνες συμπίπτει με τον 9ο και 10ο π.χ. αιώνα. Ο Όμηρος, με την ποίηση, υπήρξε ο ανυπέρβλητος τραγωδός των επών του πρώιμου Ελληνισμού.
Στην Ιωνία αναπτύχθηκε η Ιωνική Φιλοσοφική Σχολή, η οποία έβαλε τις βάσεις για ολόκληρη τη δυτική αιτιοκρατική σκέψη. Η Ιωνική Σχολή στόχευε στη μελέτη του αισθητού και των φυσικών φαινομένων. Η παλαιότερη της σχολής αυτής, όπως οι Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης, αναζήτησαν κυρίως την ύλη, την αρχική δηλαδή ουσία εκ της οποίας συνίστανται τα πράγματα, ενώ οι μεταγενέστεροι, όπως οι: Ηράκλειτος, Εμπεδοκλής, Αναξαγόρας, Λεύκιππος, Δημόκριτος, ερεύνησαν την αρχή της κινήσεως, δηλαδή τις αιτίες που παράγονται και εξελίσσονται τα πράγματα. Οι ιωνικές θεωρίες, και ιδιαιτέρως του Ηρακλείτου και του Δημοκρίτου, επέδρασαν καθοριστικά επί των άλλων συστημάτων.
Η ιωνική τέχνη, επίσης, πολύ πριν από την ανάπτυξη της αττικής, είχε πρωτεύουσα θέση, μέχρι τη στιγμή που οι ιωνικές πόλεις υποτάσσονται στους Πέρσες. Τότε οι Έλληνες Μικρασιάτες καλλιτέχνες καταφεύγουν στην ελεύθερη βαλκανική Ελλάδα, μεταφέροντας τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους. Είναι μάλιστα πιθανότατο ότι ο ερυθρόμορφος ρυθμός των αττικών αγγείων ήλθε από την Ιωνία.
Μετά την απελευθέρωση των ιωνικών πόλεων από τον Μέγα Αλέξανδρο, το πολιτιστικό, αλλά και το πολιτικό κέντρο βάρος του Ελληνισμού μεταφέρθηκε στο μικρασιατικό χώρο. Το Βασίλειο του Πόντου στο μικρασιατικό Βορρά, προέταξε την τελευταία αντίσταση του Ελληνισμού στο ρωμαϊκό ιμπέριουμ. Πάντως και μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση η μικρασιατική χερσόνησος υπήρξε το κέντρο του ελληνικού κόσμου, μέχρι ουσιαστικά τις αρχές του 20ού αιώνα. Ο χριστιανισμός, βρήκε γόνιμο το έδαφος στην ελληνική Μικρά Ασία, όπου και αναπτύχθηκε. Εκεί αναπτύχθηκε επίσης και η φιλοσοφική χριστιανική σκέψη μέσω των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, ενώ τα μεγαλύτερα μοναστήρια του ελληνικού ορθόδοξου κόσμου βρίσκονταν στη βόρεια Μικρά Ασία, στον ιστορικό Πόντο. Η μικρασιατική χερσόνησος υπήρξε η καρδιά της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Εξάλλου το τελευταίο ελληνικό κράτος που υπετάγη στους Οθωμανούς Τούρκους, ήταν η μικρασιατική αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.
Ο πληθυσμός της Ανατολής προ του 1915 με βάση την Οθωμανική απογραφή*
Περιοχή Μουσουλμάνοι
(Τούρκοι,
Κούρδοι)
Έλληνες
(Ρωμιοί)
Αρμένιοι Εβραίοι Άλλοι Σύνολο
Κων/πόλεως 150.347 120.921 37.695 5.695 20.557 335.107
Νικομήδειας 142.830 116.372 52.635 2.587 2.200 316.624
Πήγας 74.522 89.054 3.688 2.962 1.472 171.698
Προύσας 1.127.785 376.299 88.995 3.985 32.836 1.629.900
Σμύρνης 634.706 691.090 18.328 36.834 76.803 1.457.761
Ικονίου 895.440 180.000 15.000 605 10.504 1.101.549
Άγκυρας 669.232 107.798 94.200 478 2.824 874.532
Κασταμονής 817.880 134.919 5.000 1.300 2.100 961.200
Τραπεζούντας 752.521 404.633 46.500 400 5.000 1.209.054
Σεβάστειας 706.334 180.000 170.433 400 766 1.057.500
Αδάμων 190.861 128.000 87.000 10 16.939 422.810
Χαλυβώνος 140.378 72.226 23.118 1.715 79.535 316.971
Σύνολο 5.596.529 2.601.312 642.457 56.970 251.536 9.148.804
*Από το ελληνοτουρκικό site: http//www.busim.ee.boun.edu.tr/~esme/gr/table.html
Ο αριθμός προσφύγων στην Ελλάδα στα 1928*
Τόπος προελεύσεως Σύνολο Πριν από το 1922 Μετά το 1922
Μικρά Ασία 626.954 37.728 589.226
Ανατολική Θράκη 256.635 27.057 229.578
Πόντος 182.169 17.528 164.641
Καύκασος 47.091 32.421 14.670
Κωνσταντινούπολη 38.458 4.109 35.349
Ρωσία 11.435 5.213 6.221
Δωδεκάνησα 738 355 383
Αίγυπτος 8 1 7
Κύπρος 57 25 32
Ρουμανία 722 266 456
Σύνολο 1.164.267 124.698 1.040.343
*Όπως αποτυπώθηκε στην Επετηρίδα της Στατιστικής Υπηρεσίας το 1930.
 
Το ιστορικό πλαίσιο εκείνων των χρόνων που πραγματοποιήθηκε η Γενοκτονία, το δίνουν τα κείμενα των Τούρκων ιστορικών που δημοσιεύτηκαν στο Δρόμο υπό τον γενικό τίτλο: “Από την Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος. Η Γενοκτονία στην Ανατολή”. Δείτε επίσης: Σμύρνη 1922: Συνωστισμός στην παραλία!

http://kars1918.wordpress.com

No comments :

Post a Comment

Only News

Featured Post

“The U.S. must stop supporting terrorists who are destroying Syria and her people" : US Congresswoman, Tulsi Gabbard

US Congresswoman, Tulsi Gabbard, recently visited Syria, and even met with President Bashar Al-Assad. She also visited the recently libe...

Blog Widget by LinkWithin